πέπνυμαι

πέπνυμαι
πέπνῡμαι, [dialect] Ep. [tense] pf. [voice] Pass. with [tense] pres. sense,
A to be conscious, in full possession of one's faculties,

τῷ καὶ τεθνηῶτι νόον πόρε Περσεφόνεια οἴῳ πεπνῦσθαι· τοὶ δὲ σκιαὶ ἀΐσσουσιν Od.10.495

;

π. ἐν νεκύεσσι Call.Lau. Pall.129

.
2 more freq. to be wise,

πέπνυσαι . . νόῳ ιλ.2.3 ; οὔ σ' ἔτυμόν γε φάμεν πεπνῦσθαι Ἀχαιοί 23.440

; imper.

πέπνῠσο Thgn.29

: [tense] plpf. with [tense] impf. sense,

τά περ ἄλλα μάλιστα ἀνθρώπων πέπνῡσο Od.23.210

: most freq. in part. πεπνυμένος, of persons, Il.3.203
, Od.3.52 ; also of things, π. μῦθος, π. μήδεα, 1.361, Il.7.278 ;

στόμα Hsch.

; πεπνυμένα ἀγορεύειν, βάζειν, etc., Od.19.352, Il.9.58, etc.; once in Hes.,

πεπνυμένα εἰδώς Op.731

; in later Prose,

πεπνυμένη ῥῆσις Anaxarch. 1

;

τὰ θεῖα πεπνυμένος Plu.Num.4

; αἱ (v.l. οἱ) π. the experts, Aret. SD2.11.—In [tense] aor. opt. [voice] Pass., πνυθείης ἀκόνιτον understand it, Nic.Al. 13.
3 breathe,

ζῶντες καὶ πεπν. ἄνδρες Plb.6.47.9

;

εἰκόνες Id.6.53.10

. (From root πενῠ- which becomes πινῠ- in πινυτός (cf. Σικυών from Σεκυών, Λιβύη from Λεβύα) , ἀπινύσσω ; πνῡ-also in pr. n. Πνυταγόρας, πνυτός : not cogn. with πνέω, with which however it soon began to be confused, cf.

ἄμπνυτο, ἀναπνέω 1.1

.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πέπνυμαι — to be conscious perf ind mp 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέπνυμαι — Α 1. έχω πνοή ή ψυχή, ζω 2. έχω ακέραιες τις πνευματικές μου δυνάμεις, λειτουργεί το μυαλό μου 3. μτφ. α) (για πρόσ.) είμαι συνετός, φρόνιμος β) (για πράγματα) είμαι σωστός 4. (η μτχ. αρσ. ενεστ. ως ουσ.) oἱ πεπνυμένοι οι έμπειροι 5. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • πεπνυμένα — πέπνυμαι to be conscious perf part mp neut nom/voc/acc pl (epic) πεπνυμένᾱ , πέπνυμαι to be conscious perf part mp fem nom/voc/acc dual (epic) πεπνυμένᾱ , πέπνυμαι to be conscious perf part mp fem nom/voc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπνυμένον — πέπνυμαι to be conscious perf part mp masc acc sg (epic) πέπνυμαι to be conscious perf part mp neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπνυμένω — πέπνυμαι to be conscious perf part mp masc/neut nom/voc/acc dual (epic) πέπνυμαι to be conscious perf part mp masc/neut gen sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέπνυσο — πέπνυμαι to be conscious perf imperat mp 2nd sg (epic) πέπνυμαι to be conscious plup ind mp 2nd sg (epic) πέπνῡσο , πνέω blow perf imperat mp 2nd sg πέπνῡσο , πνέω blow plup ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπνυμένε — πέπνυμαι to be conscious perf part mp masc voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπνυμένην — πέπνυμαι to be conscious perf part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπνυμένοι — πέπνυμαι to be conscious perf part mp masc nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπνυμένοις — πέπνυμαι to be conscious perf part mp masc/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπνυμένος — πέπνυμαι to be conscious perf part mp masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”